Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεοελληνική Λογοτεχνία Α΄ Λυκείου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεοελληνική Λογοτεχνία Α΄ Λυκείου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Λουδοβίκος των Ανωγείων - Το μοιρολόγι της φώκιας


ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α΄ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ

ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

ΔΙΔ.: Α. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ

ΚΥΡΙΩΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗ (Β΄ Μέρος)

Α
  • Η τάξη χωρίζεται σε 5 ομάδες και κάθε ομάδα αναλαμβάνει ένα λογοτεχνικό ρεύμα ξεκινώντας από το Δημοτικό τραγούδι και την Κρητική Λογοτεχνία, το ρομαντισμό, τον παρνασσισμό, το συμβολισμό μέχρι το μοντερνισμό και τον υπερρεαλισμό.

  • Βήματα διδακτικής πρακτικής:

1. Κάθε ομάδα να αναζητήσει τη σημασία και τα χαρακτηριστικά του ρεύματος στα σχολικά εγχειρίδια (εισαγωγικές αναφορές), στο Λεξικό Λογοτεχνικών όρων και στην Ιστορία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γυμνασίου και να τα καταγράψει.
2. Κάθε ομάδα να μελετήσει έναν συγκεκριμένο αριθμό ποιημάτων, να εντοπίσει σε κάθε ποίημα τα χαρακτηριστικά που το εντάσσουν στο συγκεκριμένο ρεύμα και τέλος να καταγράψει αυτά τα χαρακτηριστικά σε έναν πίνακα. Στη φάση αυτή κάθε μέλος αναλαμβάνει (ως ατομική εργασία) να μελετήσει ένα ποίημα από αυτά που δίνονται και να το παρουσιάσει στην ομάδα του για να καταγραφούν στη συνέχεια τα χαρακτηριστικά στον πίνακα (ως ομαδική εργασία).

3. Κάθε ομάδα επιλέγει ένα ποίημα από αυτά που μελέτησε και το παρουσιάζει στην τάξη κωδικοποιώντας για τους συμμαθητές της τα χαρακτηριστικά που εντάσσουν αυτό το ποίημα στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό ρεύμα (προτιμάμε το ποίημα που εκφράζει πληρέστερα και καθαρότερα το λογοτεχνικό ρεύμα).

4. Η ολομέλεια της τάξης κατατάσσει τα ποιήματα/λογοτεχνικά ρεύματα σε σειρά στον άξονα της ποιητικής εξέλιξης από την παραδοσιακή στη Νεότερη/μοντέρνα.

ΦΥΛΛΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ - ποιητικά κείμενα
1η ομάδα: Θα μελετήσετε δημοτική ποίηση και κρητική λογοτεχνία
Δημοτικό τραγούδι, Του νεκρού αδελφού,
Της νύφης που κακοπάθησε,
Ο γιος της χήρας,
Η λυγερή στον Άδη,
(Της Δέσπως),
Μπεργανδής, Απόκοπος
Γ. Χορτάτσης, Κατζούρμπος
Β. Κορνάρος, Η Θυσία του Αβραάμ


2η ομάδα: Θα μελετήσετε το λογοτεχνικό ρεύμα του ρομαντισμού (Επτανησιακή σχολή- Φαναριώτες-Νεοκλασικισμός)

Α. Κάλβος, Τα ηφαίστεια,
Δ. Σολωμός, Ελεύθεροι πολιορκημένοι,
Λ. Μαβίλης, Μούχρωμα,
Αρ. Βαλαωρίτης, Φωτεινός,
Γ. Ζαλοκώστας, Η αναχώρησή της,
Αλ. Ρίζος Ραγκαβής, Διονύσου πλους (απόσπασμα),
Δημ. Παπαρρηγόπουλος, Ασμάτιον,
Σπ. Βασιλειάδης, Το άσμα του Ορφέως.
Ν. Λαπαθιώτης, Νυχτερινό

3η ομάδα: Θα μελετήσετε το λογοτεχνικό ρεύμα του παρνασσισμού (Νέα Αθηναϊκή Σχολή)

Κ. Παλαμάς, Το πανηγύρι στα σπάρτα,
Αγορά,
Γ. Δροσίνης, Τα πρωτοβρόχια,
Ι. Γρυπάρης, Εστιάδες,
Κ. Χατζόπουλος, Ήρθες,
Λ. Πορφύρας, Το θέατρο,
Α. Σικελιανός, Δείπνος ,
Ιερά Οδός,
Κ. Βάρναλης, Οι μοιραίοι,
(Πάλι μεθυσμένος είσαι)

4η ομάδα: Θα μελετήσετε το λογοτεχνικό ρεύμα του συμβολισμού

Κ. Χατζόπουλος, Δε γυρεύω ξένο
Κ.Π. Καβάφης, Περιμένοντας τους βαρβάρους,
Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον,
Αλεξανδρινοί βασιλείς,
Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης,
Ν. Λαπαθιώτης, Νυχτερινό
Μ. Πολυδούρη, Κοντά σου
Κ. Καρυωτάκης, Είμαστε κάτι,
Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων

5η ομάδα: Θα μελετήσετε το λογοτεχνικό ρεύμα του μοντερνισμού/ Νεότερη Ποίηση, Υπερρεαλισμός
Γ. Σεφέρης, Ελένη,
Επί ασπαλάθων,
Τελευταίος Σταθμός,
Α. Εμπειρίκος, Τρία αποσπάσματα,
Ηχώ,
Γ. Βαφόπουλος, Η Ελεγεία των αδελφών,
Γ. Ρίτσος, Ρωμιοσύνη,
Ν. Εγγονόπουλος, Νέα περί του θανάτου του Ισπανού ποιητού Φ.Γ. Λόρκα,
Ο. Ελύτης, Η τρελή ροδιά,
Η Μαρίνα των βράχων,
Στα χτήματα βαδίσαμε όλη μέρα,
Ν. Βρεττάκος, Δυο μητέρες νομίζουν πως είναι μόνες στον κόσμο,
Μ. Σαχτούρης, Η Αποκριά,
Ν. Βαλαωρίτης, Μικρός θρήνος.


Β
  1. Η 4η ομάδα (ομάδα Συμβολισμού) αφού συγκρίνει ποιήματα του Καβάφη και του Καρυωτάκη με ποιήματα παραδοσιακής ποίησης να εντοπίσει και να καταγράψει τις διαφορές.
  2. Η 1η και η 5η ομάδα (ομάδα Δημοτικής Ποίησης/Κρητικής Λογοτεχνίας και ομάδα Μοντερνισμού) να μελετήσουν ποιήματα του Σολωμού, του Παλαμά, Καρυωτάκη, Καβάφη, Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσου, Εγγονόπουλου και του Σαχτούρη όσον αφορά το άλογο στοιχείο στην ποίησή τους και να τα κατατάξουν σε σειρά -με βάση αυτό το κριτήριο- στον άξονα της ποιητικής εξέλιξης.
  3. Η 2η και η 3η ομάδα (ομάδα Ρομαντισμού και ομάδα Παρνασσισμού) να αναζητήσουν ποιητικές και καθημερινές λέξεις στα ποιήματα του Παλαμά, του Καβάφη και του Σεφέρη.

Κάθε ομάδα παρουσιάζει τα συμπεράσματά της στην ολομέλεια της τάξης.




Νεοελληνική Λογοτεχνία Α΄ Λυκείου


Νεοελληνική Λογοτεχνία
Α΄ Γενικού Λυκείου
2ος κύκλος

Παράδοση και μοντερνισμός στη νεοελληνική ποίηση
1ο. Πριν την ανάγνωση
  • Αφού ακούσετε/διαβάσετε τα παρακάτω ποιήματα, να τα κατατάξετε στη σειρά στον άξονα εξέλιξης της ποίησης από το πιο παραδοσιακό στο πιο μοντέρνο.
Ποια χαρακτηριστικά κάνουν ένα ποίημα παραδοσιακό και ποια μοντέρνο;
Ποιες παρατηρήσεις κάνετε όσον αφορά τα παρακάτω;

 στροφή 
 στίχος 
 μέτρo   ομοιοκαταληξία
θέματα
λεξιλόγιο 
στίξη
λυρισμός       δραματικότητα
νοηματική αλληλουχία λογική ανάπτυξη του θέματος
τίτλος


Δημοτικό τραγούδι, Γιατί είναι μαύρα τα βούνα
Γιατί είναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα;
Μην άνεμος τα πολεμά, μήνα βροχή τα δέρνει;
Κι' ουδ' άνεμος τα πολεμά, κι' ουδέ βροχή τα δέρνει,
μόνε διαβαίνει ο Χάροντας με τους αποθαμένους.
Σέρνει τους νιους από μπροστά, τους γέροντες κατόπι,
τα τρυφερά παιδόπουλα 'ς τη σέλλα αραδιασμένα.
Παρακαλούν οι γέροντες, κ' οι νέοι γονατίζουν,
και τα μικρά παιδόπουλα τα χέρια σταυρωμένα.
"Χάρε μου, διάβ' από χωριό, κάτσε σε κρύα βρύση,
να πιουν οι γέροντες νερό, κ' οι νιοι να λιθαρίσουν,
και τα μικρά παιδόπουλα λουλούδια να μαζώξουν.
-Ανεί διαβώ ναπό χωριό, αν από κρύα βρύση,
έρχονται οι μάνναις για νερό, γνωρίζουν τα παιδιά τους,
γνωρίζονται τ' αντρόγενα και χωρισμό δεν έχουν."


Κρητική Λογοτεχνία
Β. Κορνάρος, Ερωτόκριτος
Ως μπήκεν ο Ρετόκριτος στη φυλακή κι αρχίζει
να τση μιλεί και σπλαχνικά να την αναντρανίζει.
Λέγει της: "Το με 'ρώτηξες θα σου το πω και γροίκα
πού το 'βρηκα το χάρισμα στη φυλακή σ' αφήκα.

Είναι δυο μήνες σήμερο που 'λαχα κάποια δάση,
μες στη μεριά της Έγριπος κι εβγήκαν να με φάσι
άγρια θεριά, εμάλωσα κι εσκότωσα απ' εκείνα
κι από τα χέρια μου νεκρά όλα τα πια απομείναν.

Με κυνδηνο εγλητοσα οσ ωραν επολεμου
να γλητοθω πο λογου τους δεν το ΄ρπιζα ποτε μου
μα εβουθηξε το ριζικο τα αστροι με λυπηθηκαν
και σκοτοσα και ζυγοσα κι αλαβοτο μ αφηκαν

Δίψα μεγάλη γροίκησα στο πόλεμον εκείνο
γυρεύοντας να βρω δροσιά ήσωθε σ' ένα πρίνο
και παρεμπρός εφάνη μου κουτσουναράκι χτύπα,
σιμώνω βρίσκω το νερό στου χαρακιού την τρύπα.

Ήπια το κι εδροσίστηκα και πέρασέ μου η δίψα,
μα πούρι κι άλλα βάσανα ετότε δε μου λείψαν.
Έκατσα να ξεκουραστώ σιμά στο κουτσουνάρι
όντε γροικώ αναστεναγμό και μύσμα τ' αρρωστάρη.

Και βιαστικά σηκώνομαι, το ζάλο μου σπουδάζει
να δω ποιος είναι που πονεί και βαριαναστενάζει
και μπένω μέσα στα κλαδια που 'ταν κοντά στη βρύση,
δια να δω και για να βρω το εκεινον απου μύσσει.

Βρίσκω ένα νιον ωραιόπλουμο που 'λαμπε σαν τον ήλιο
κι εκείτουντο ολομάτωτος μπαστας εις ένα σπήλιο.
Σγουρά ξανθά 'χε τα μαλλιά και τα σοθέματά του
παρ' όλο οπού 'τα σα νεκρός, ήδειχνε η ομορφιά του.

Και δυο θεριά στο πλάι του ήτανε σκοτωμένα
και το σπαθί και τ' άρματα περίσσα ματωμένα.
Σιμώνω χαιρετώ τονε, λέω του: "Αδέλφι γεια σου.
Ίντα 'χεις κι απονέκρωσες, πούντη η λαβωματιά σου;"

Τα μάτια του 'χε σφαλιχτά, τότε τ' αναντρανίζει
κι εθώρειε δίχως να μιλεί και στο λαιμό του αγγίζει.
Με το δαχτηλι δυο φορες μου δειχνει να νοησω
που ντη χε τη λαβοματια να τον εβοηθησω

το στηθος του ξαρματοσα και μια πληγή του βρίσκω
δαμάκιν αποκατωθιό από τον ουρανίσκο.
Ολιγο κι ουδε ντιβοτση τον ειχε δαγκαμενο
Φενετε να χε το θεριο δοντι φαρμακεμενο

και πηρε του τη δυναμη και τη πνοη του εχασε
και το φαρμακι περασε και μεσα τον επιασε
Κι αγάλι αγάλια 'χάνετο σαν το κερί όντε σβήνει,
έκλαψα κι ελυπήθηκα πολύ την ώρα εκείνη.

Σαν αδελφό μου καρδιακό τον έκλαιγα κι επόνου,
μα πόνοι, κλάημα, δαρκυα, άνθρωπο δε γλυτώνου.
Εψυχομαχε κι έλεγε να στέκω μη μισέψω,
εθάρρειε πως τέτοια πληγή μπορούσα να γιατρέψω

δειχνει μου το δαχτυλίδι του που χε το δαχτύλι,
και γνωρισα πως χαρισμα σα φιλος μου το δεινει
Τότε μια σιγανή φωνή μόνο τ' αυτιά μου ακούσαν
και είπανε τα χείλη του: "Σε 'χασα Αρετούσα".

Ετούτα είπε μοναχά και τέλειωσ' η ζωή του
και με πρικύ αναστεναγμό εβγήκε η ψυχή του.
Τουτα τα χερια που θωρεις λακκο ζυμιο του σκαψαν
και τουτα τον εσηκασαν και τουτα τον εθαψαν

Ως τα κουσε η Αρετη ωρα λιγακι εσταθει
αμηλητη κι ο πονος της την εκανε κι εχαθει

Δ. Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Σχεδίασμα Β΄


1 .Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει.
Tα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·
Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι;
Oπού συ μούγινες βαρύ κι’ ο Aγαρηνός το ξέρει.»
2. Tο Mεσολόγγι έπεσε την άνοιξη· ο ποιητής παρασταίνει την Φύση, εις τη στιγμή που είναι ωραιότερη, ως μία δύναμη, η οποία, με όλα τ’ άλλα και υλικά και ηθικά ενάντια, προσπαθεί να δειλιάση τους πολιορκημένους· ιδού οι Στοχασμοί του ποιητή:
H ζωή που ανασταίνεται με όλες της τες χαρές, αναβρύζοντας ολούθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εις όλα τα όντα· η ζωή ακέραιη, απ’ όλα της φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλη την ανθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γη, ουρανός, συγχωνευμένα, επιφάνεια και βάθος συγχωνευμένα, τα οποία πάλι πολιορκούν την ανθρώπινη φύση στην επιφάνεια και εις το βάθος της.
H ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν τη χαριτωμένη γη, και εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν.
O Aπρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,
Kι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.
Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
Kαι μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
Kι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
Kαι μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·
Tο σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο.
Mάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
H μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
Mε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
Tρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.

Λ. Μαβίλης, Λήθη
Kαλότυχοι οι νεκροί, που λησμονάνε
Tην πίκρια της ζωής. Όντας βυθήση
O ήλιος και το σούρουπο ακλουθήση,
Mην τους κλαις, ο καϋμός σου όσος και νάναι!

Tέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
'Σ της Λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση·
Mα βούρκος το νεράκι θα μαυρίση,
A στάξη γι' αυτές δάκρυ, όθε αγαπάνε.

Kι' αν πιουν θολό νερό, ξαναθυμούνται,
Διαβαίνοντας λειβάδι' απ' ασφονδήλι,
Πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.

A δε μπορής παρά να κλαις το δείλι,
Tους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν·
Θέλουν ― μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Κ. Καβάφης, Ιθάκη
Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

Οδ. Ελύτης, Η Μαρίνα των βράχων
Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα που γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χί-
μαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Που είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυο-
σμαρίνια

- Μα που γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σού 'λεγα να μετράς μέσ' στο γδυτό νερό τις φωτεινές του
μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μέσ' στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα που γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα
βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομα του
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.

Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.

Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο
καλοκαίρι
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο

Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

Ν. Καββαδίας, Yara Yara
Kαθώς αποκοιμήθηκες φύλαγε βάρδια ο κάβος.
Σε σπίτι μέσα, ξέχασες προχτές το φυλαχτό.
Γελάς, μα εγώ σε πούλησα στο Rio για δύο centavos
κι απέ σε ξαναγόρασα ακριβά στη Bηρυττό.

Mε πορφυρό στα χείλη μου κοχύλι σε προστάζω.
Στο χέρι το γεράκι σου και τα σκυλιά λυτά.
Aπάνωθέ μου σκούπισε τη θάλασσα που στάζω
και μάθε με να περπατώ πάνω στη γη σωστά.

Kούκο φορούσες κάτασπρο μικρός και κολαρίνα.
Nαυτάκι του γλυκού νερού.
Σε πιάνει ―μην το πεις αλλού― σα γάτα η λαμαρίνα
και σε σαστίζει ξαφνικό προβέτζο του καιρού.

Tο ντύμα πάρε του φιδιού και δώσ' μου ένα μαντίλι.
Eγώ, ―και σ' έγδυσα μπροστά στο γέρο Tισιανό.
Bίρα, Kεφαλονίτισσα, και μάινα το καντήλι.
Σε λόφο γιαπωνέζικο κοιμάται το στερνό.

Σου πήρ' από τη Nάπολη μια ψεύτικη καμέα
κι ένα κοράλλι ξέθωρο μαζί.
Πίσω απ' το φριγκορίφικο στην άδεια προκυμαία
έβενος, ―γλώσσα της φωτιάς, στο βάθος κρεμεζί.

Φώτα του Melbourne. Bαρετά κυλάει ο Yara Yara
ανάμεσα σε φορτηγά πελώρια και βουβά,
φέρνοντας προς το πέλαγος, χωρίς να δίνει διάρα,
του κοριτσιού το φίλημα, που στοίχισε ακριβά.

Γερά την ανεμόσκαλα. Kαφέ για τον πιλότο.
Λακίζετε, αλυσόδετοι του στεριανού καημού.
Kαι σένα, που σε κέρδισα μιανής νυχτιάς σε λότο,
σμίγεις και πας με τον καπνό του γκρίζου ποταμού.

Mια βάρκα θέλω, ποταμέ, να ρίξω από χαρτόνι,
όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές.
Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; ―Mατώνει, δε σκοτώνει.
Ποιός είπε φούντο; Ψέμματα. Δε φτάσαμε ποτές.



  • Θυμηθείτε ποιήματα που σας έκαναν εντύπωση, αναζητήστε τα και απαγγείλτε τα στην ολομέλεια της τάξης τοποθετώντας τα στον άξονα της ποιητικής εξέλιξης από το παραδοσιακό στο πιο μοντέρνο. Εξηγείστε στην ολομέλεια την όποια επιλογή σας κωδικοποιώντας για αυτήν τα χαρακτηριστικά του ποιήματος που σας οδήγησαν να το κατατάξετε στην παραδοσιακή ή στη νεότερη/ μοντέρνα ποίηση.
Διδ.: Α. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ






Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

ΤΑ ΦΥΛΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ/ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ

 ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Α΄ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ
                                                                 ΔΙΔ.: Α. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ

ΦΥΛΛΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ 2.
ΚΕΙΜΕΝΟ: ΑΙΣΧΥΛΟΥ, ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (ΟΡΕΣΤΕΙΑ)

Ομαδική Εργασία – θα παρουσιαστεί στην ολομέλεια:


  1. Να δραματοποιήσετε ή να διαβάσετε μια σκηνή του θεατρικού έργου την οποία θεωρείτε κομβική (συγκρούσεις εσωτερικές ή/και εξωτερικές, διλήμματα, ...) για την ερμηνεία και κατανόηση του από την ολομέλεια .
  2. Να επισημάνετε τους κώδικες συμπεριφοράς των 2 βασικών προσώπων του έργου και να σκιαγραφήσετε το κοινωνικό/πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο κινούνται.
  3. Τώρα χαρούμενη που πέρασα όλα ετούτα, πώς να μην λέω τον άντρα αύτο {...} άγκυρα σωτηρίας ...” : η Κλυταιμνήστρα καλωσορίζει τον άντρα της, ενώ στην ουσία προετοιμάζει το θάνατό του. Αυτή είναι η εξέλιξη του έργου σύμφωνα με το μύθο και τον Αισχύλο. Προσπαθήστε να ανατρέψετε αυτήν την εξέλιξη αλλάζοντας το χαρακτήρα (και τις ενέργειες) της Κλυταιμνήστρας δημιουργώντας ένα επεισόδιο που “ακυρώνει” το υπόλοιπο έργο. “Διορθώστε” -αν νομίζετε πως είναι αναγκαίο για την εξέλιξη- παράγοντες που θεωρείτε πως την ώθησαν στο αποτρόπαιο έγκλημα. Κρατήστε το θεατρικό χαρακτήρα του κειμένου.

ΤΑ ΦΥΛΑ ΣΤΗΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ/ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ


                                                       Διδ.: Α. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ
Α΄ ΛΥΚΕΙΟΥ
                                     Ατομική εργασία

ΦΥΛΛΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΚΕΙΜΕΝΟ 1ο: ΑΙΣΧΥΛΟΥ, ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ (ΟΡΕΣΤΕΙΑ)
Υποθέματα-Εργασία 1:

  1. Να αναζητήσετε στο κείμενο την αιτιότητα της δολοφονικής πράξης της Κλυταιμνήστρας. Να υπογραμμίσετε συγκεκριμένα σημεία του κειμένου.
  2. Έχοντας ήδη εντοπίσει το λόγο ή τους λόγους που οδήγησαν την Κλυταιμνήστρα στη δολοφονία του Αγαμέμνονα διατυπώστε τη δική σας άποψη σχετικά με την πράξη της. Τα επιχειρήματα της Κλυταιμνήστρας είναι για σας ελαφρυντικά στοιχεία; (Αιτιολογήστε την άποψή σας)
  3. Να σκιαγραφήσετε την Κλυταιμνήστρα ως : α) γυναίκα, β) σύζυγο, γ) μάνα. Θεωρείτε πως η αντίδραση της θα διέφερε αν δεν ήταν βασίλισσα, αλλά μια απλή γυναίκα; Πιστεύετε πως μια σύγχρονη γυναίκα με παρόμοια βιώματα (παρόμοια αιτιότητα), αλλά διαφορετικό ιστορικό-κοινωνικό-πολιτισμικό πλαίσιο θα αντιδρούσε με τον ίδιο τρόπο;  

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Δεμένη

  Νεοελληνική Λογοτεχνία

 Φύλα   Ποιητικός Λόγος
                                           

Μεγάλωνα στην τσέπη του πατέρα μου
Δεμένη μ' αλυσίδα στα κλειδιά του
Με τ' όνομα, τ' αμάξι και τα σπίτια του
Και μ' όλα τα μεγάλα ονειρά του

Μεγάλωνα στης μάνας μου τα δάκρυα
Σα σκάλισμα σε βέρα από πλατίνα
Που έβγαζε και άφηνε στην άκρια
Καθώς έπλενε πιάτα στην κουζίνα

Τι με ρωτάς
Τι να σου λέω
Εδώ τα βλέπεις
Θες με κρατάς
Κι αν δε σου κάνω
Με επιστρέφεις

Δεν έχω μάθει δυστυχώς, να μην ανήκω
Μια στο βοσκό, μια στο μαντρί και μια στο λύκο.

Μεγάλωνα γι' αυτούς που περιμένανε
Και ύστερα για χάρη κάποιου ψεύτη
Και μέρα με τη μέρα αντί για μένανε
Τη μάνα μου αντικρύζω στον καθρέφτη

Τι με ρωτάς
Τι να σου λέω
Εδώ τα βλέπεις
Θες με κρατάς
Κι αν δε σου κάνω
Με επιστρέφεις

Δεν έχω μάθει δυστυχώς, να μην ανήκω
Μια στο βοσκό, μια στο μαντρί και μια στο λύκο.

Στίχοι: Γεράσιμος Ευαγγελάτος
Μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης
Ερμηνεία: Νατάσσα Μποφίλιου

Δισκογραφία:
Νατάσσα Μποφίλιου - Μέρες Του Φωτός (2012)

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

ΤΑ ΦΥΛΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΙΙb


ΤΑ ΦΥΛΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ                ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Α΄ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΔΙΔ.: Α. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ

ΚΕΙΜΕΝΟ 2ο                ΦΥΛΛΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ β     
ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η θητεία της πενθεράς (απόσπασμα)

  1. Ποιες πληροφορίες αντλείτε από το παρακάτω απόσπασμα για τη θέση της γυναίκας στα τέλη του 19ου αι. και στις αρχές του 20ου αι.; Πώς διαγράφεται η σχέση της Χαρμολίνας με τον γαμπρό της;
  2. Ο εσωτερικός μονόλογος της Χαρμολίνας στο τμήμα του κειμένου "Μία μωρίας ... με την ώρα του!” αφορά μια γυναίκα – πεθερά των αρχών του 20ου αιώνα. Μεταγράψτε τη σκέψη της Χαρμολίνας σε σκέψη μιας σύγχρονης πεθεράς · σκεφτείτε την αντίδραση μιας σύγχρονης πεθεράς σε μια παρόμοια οικογενειακή κατάσταση.


ΚΕΙΜΕΝΟ:
Αν υπήρχεν εις όλην την εξοχικήν συνοικίαν, κοντά εις τα Λιβάδια, γυνή πολυάσχολος, αύτη ήτον η Χαρμολίνα. Και αν υπήρχεν οικία, ισόγειον ή αυλόγυρος, όπου να μην παύει ποτέ ο καθημερινός βόμβος και θόρυβος, τούτο ήτον η αυλή και το ελαιοτριβείον του Ιακώβου Ματθαίου. Είς ξένος γείτων, όστις εγνώριζε τα κατ' αυτήν, και την έβλεπε συχνά εις τον δρόμον, αλλά δεν είχε μάθει ποτέ ακριβώς να προφέρει τ' όνομα της, μη γνωρίζων πώς να την ονομάζει, την απεκάλεσεν: «η πενθερά του γαμβρού της».
Μίαν ημέραν, η γειτόνισσα της Γκιουλή η Βοσταντζίνα, μία πρωτινή γραία, της είπε:
- Τι ήθελες, παιδάκι μου, να 'μβείς στα βάσανα του κόσμου!
Η Χαρμολίνα εγέλασεν εκ καρδίας, ακούσασα την επιφώνησιν ταύτην της γραίας. Ω! ήτον τόσος καιρός ήδη, αφότου αυτή είχεν εμβεί «στα βάσανα του κόσμου». Και της εφαίνετο ως όνειρον. Και το όνειρον είχε καλυφθεί,[ …], και είχε ταφεί εις το παρελθόν, [...]
Αλλά τι ενόει άρα η απλοϊκή γραία με «τα βάσανα του κόσμου»; Ενόει διατί να υπανδρευθεί, προ τριακονταετίας, η χήρα αυτή ή διατί να υπανδρεύσει την κόρην της;
Ο λόγος της αρχαϊκής γραίας τής ήρχετο εις τον νούν, εις του νυσταγμού τας μεσημβρινάς ώρας, των μακρών του θέρους ημερών. Και τ' όνειρον ή ο λογισμός της, ιδού ως έγγιστα ποίαν μορφήν ελάμβανε.
«Μίαν μωρίαν φαίνεται ότι έκαμα εις την ζωήν μου, και αυτήν δεν ημπορούσα να την αποφύγω. Άφησα τους γονείς μου να με πανδρέψουν, επειδή αδύνατον ήτον να διαβάσω τα μαύρα γράμματα, τα οποία η Μοίρα γράφει εις το κρανίον μας, όπως λέγουν. Και μίαν φρονιμάδα ως φαίνεται, έκαμα, ότι δεν απεφάσισα να ξαναπανδρευθώ.
Κατόπιν της φρονιμάδας αυτής, η δευτέρα μωρία, ο γάμος της κόρης μου, ήτον επίσης άφευκτος... Αλλά μήπως, εάν η κόρη μου ενυμφεύετο ένα νεώτερον, θα έκαμνεν ολιγώτερα παιδιά, και θα είχα εγώ ολιγωτέρας φροντίδας;... Ίσως, αν ο γαμβρός μου ήτον ναυτικός (ω! πάλιν η θάλασσα με τα φαρμάκια της!) δεν θα είχα κατσίκες και προβατίνες να βόσκω, και δεν θα είχα γαϊδουρίτσαν διά να φορτώνω - και να πηγαίνω κάποτε κι εγώ καβάλα, να ξεκουράζωμαι - ω! ελεεινόν ξεκούρασμα...
Μίαν σωτηρίαν ευρίσκω· το να μην έχη γεννηθεί κανείς ποτέ ή να έχει αποθάνει με την ώρα του!...» […]
Εν απόγευμα, περί τας αρχάς του θέρους, όταν η πλουσία βλάστησις είχε κατακαλύψει τα Λιβάδια, ευωδία ήτο διαχυμένη ανά τον κήπον και την αυλήν, και άσματα παιδίων ηκούοντο γύρω-γύρω εις τον εξοχικόν δρόμον, ανάμεσα εις τους ανθοφορούντας φράκτας των κήπων και τους κισσοστεφείς τοίχους των μικρών επαύλεων, η θυγάτηρ της Χαρμολίνας, έγκυος εννέα μηνών, είχεν αισθανθεί τα πρώτα συμπτώματα των ωδίνων. Η χήρα ευρίσκετο εις την αυλήν, ασχολουμένη εις μικράς οικιακάς εργασίας, πλύνουσα, σκουπίζουσα, και άμα επιτηρούσα τα παιδία, προτρέπουσα αυτά «να κάμνουν φρόνιμα», όπως πάντοτε, και διδάσκουσα τας δύο μικράς, την Ρηνιώ και την Δεσποινιώ, ότι έπρεπε ν' αγαπούν το νέον «νινί», το οποίον θα τους έκαμνεν εντός ολίγου η μάννα τους, και το οποίον θα έφερνε μαζί του τηγανίτες, γλυκά, και χιλίων λογιών «καλούδια». […]
Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη μία φωνή, όξω, από τον δρόμον, ένα παιδί εφώναζε:
-Θειά-Χαρμολίνα! θεια! Λύθηκε η γίδα στα Κοτρώνια!
Η Χαρμολίνα έτρεξε προς την πύλην του ελαιοτριβείου, την βορεινήν, κατά τα Λιβάδια.
Το ξένον παιδίον, αφού εφώναξεν από τον δρόμον την δυσάρεστον είδησιν, έτρεξε να φύγει. Η Χαρμολίνα το ανεκάλει:
-Αρέ! Αρέ συ! Πού την είδες την γίδα;... Ποιος την έλυσε;
-Κόπηκε το σκοινί! έκραξε μακρόθεν ο μάγκας.
Κι έγινεν άφαντος.
Είχε κοπεί το σχοινί της γίδας. Τις οίδε ποίος το έκοψε. Δεν ήτο απίθανον να το είχε κόψει αυτός ο ίδιος μάγκας, όστις έφερε την είδησιν.
Η χήρα ήτον έτοιμη να τρέξη εις τον λόφον, πέραν των Λιβαδιών, προς αναζήτησιν της περιπλανηθείσης γίδας.
Την ιδίαν στιγμήν, μιά γειτόνισσα έρχεται, φέρουσα λάγηνον1, παρακαλούσα την Χαρμολίναν να της επιτρέψει να γεμίση ολίγες στάμνες από το πηγάδι. Η χήρα αλλοφρονούσα, δεν της έδωκεν απάντησιν.
Ο Μαθιός, εξαετής, και το Ρηνιώ, πέντε ετών, έτρεχον άνω και κάτω θορυβούντα εις το ελαιοτριβείον. Ο Μαθιός εκράτει ένα παλιό στεφάνι από βαρέλι, και μίαν παλαιάν ρόκαν της γιαγιάς, και ήθελε, με την ρόκαν, να κάμνει το στεφάνι να τρέχη ως ρόδα. Το Ρηνιώ είχεν ένα παλιό καρφί κι ένα ξυραφάν ανοικτόν εις τα χέρια της.
Συγχρόνως, ένας μεγάλος μάγκας από την αγοράν εισέρχεται από την μεσημβρινήν πύλην, διά του κήπου, φέρων επ' ώμου μεγάλην δαμιτζάναν αδειανήν. Ο γαμβρός της τής παρήγγειλε να γεμίσει την δαμιτζάναν2 κρασί μοσχάτο απ' το καλό, το οποίον υπήρχε εις τα ισόγεια της οικίας, και να την στείλει αμέσως εις το μαγαζί διά του μικρού βαστάζου, επειδή ήθελε να το πωλήσει εις κάτι καλούς μουστερήδες3 ξένους.
-Μα καλά!... Δεν ξέρει πως η γυναίκα του έχει τους πόνους να γεννήσει! είπεν η μήτηρ. Ποιος να προφτάσει σ' όλα!...
Είπεν μεν, αλλά συγχρόνων έβαλε το χωνίον, κι έκαμε ν' ανοίξει την κάνουλαν του βαρελιού. Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη αποπάνω, από την οικίαν, η φωνή της κόρης της: -Μάννα!...Μάννα!...
Και η ανδραδέλφη, ήτις ευρίσκετο πλησίον της ωδινούσης, εφάνη εις την θύραν, άνωθεν της εσωτερικής σκάλας.
-Συμπεθέρα! της ήρθε τώρα δυνατώτερος ο πόνος... Ποιός θα πάει για τη μαμμή;
Καθώς έκαμε ν' ανοίξει την κάνουλαν, η γραία, εδέησε να στραφή προς τα άνω· ο πίρος4 απεσπάσθη αποτόμως, το ευώδες ξανθόν μοσχάτον εχύθη μεθύσκον τον αέρα, […]. Έως να προλάβει να το μαζέψει, εχύθη αρκετόν καταγής.
-Ποιός θα πάει;... Εγώ, συμπεθέρα!... Ο αδελφός σου μου έστειλε τη δαμιτζάνα να γεμίσω κρασί... Τι λες;... να του παραγγείλω;...(ήθελε να προσθέση «να φροντίση εκείνος για τη μαμμή;» αλλά διεκόπη· μόνον επέφερε)· και για τη γίδα, που κόπηκε το σκοινί, και γυρίζει στα Κοτρώνια, ποιός θα πάει; [...]
Την ιδίαν στιγμήν η φωνή του Ιακώβου Ματθαίου ηκούσθη από την μεσημβρινήν θύραν του ελαιοτριβείου, την προς τον κήπον:
-E! τα' μαθες, πεθερά, έκραξεν ούτος μακρόθεν, η γίδα έκοψε το σκοινί στα Κοτρώνια κι ελάκησε... Τώρα μου έφεραν το χαμπέρι στο μαγαζί!... Δεν σου είπα εγώ να την αφήσεις εδώ με μια αγκαλίτσα χορταράκια να βοσκά;...Τι ήθελες να την πας στα Κοτρώνια, βρε αδελφέ!...
Είτα, ελθών πλησιέστερα.
-Τι; ακόμη δεν μπορείς να γεμίσεις την δαμιτζάνα;... Βλέπω, σου χύθηκε το κρασί... Άφεριμ!5 ίσα-ίσα το κέρδος που θελά-βγάλει κανένας! Τι λέω, το κέρδος; Ας βγάζαμε τα σκαφτικά και τα κλαδευτικά, που μας κοστίζει αυτό το γλυκό μοσχάτο, επέφερε με ήθος όξινον6 ο γαμβρός. [...]
Υστερον από δύο ώρας ευρέθη η γίδα, ησύχασαν τα παιδιά, η δαμιτζάνα με το μοσχάτον επωλήθη καλά εις το μαγαζί του Ματθαίου, και η κοιλοπονούσα εγέννησε και όγδοον παιδίον, άρρεν - το δέκατον, συλλήβδην7 και των νεκρών. Ηύξανον τα «χάρματα»8 της οικίας, επληθύνοντο τα βάσανα του κόσμου, επολλαπλασιάζοντο οι κόποι κι αι φροντίδες της πενθεράς.
Και η Χαρμολίνα, την μίαν μετά τα μεσάνυκτα, όταν εδυνήθη τέλος να κατακλιθεί9, όπως εύρει ολίγην ανάπαυσιν, κατά τινα στιγμήν, αίφνης εψιθύρισε:
-Αχ! δεν εγινόμουν καλόγρια!
Δυστυχώς δεν υπήρχον πλέον ούτε γυναικεία μοναστήρια εις την χώραν.
(1902)
______________________________________________________
1 λάγηνον = στάμνα. 2 δαμιτζάνα = μεγάλο γυάλινο δοχείο, καλυμμένο με ψάθινο ή πλαστικό πλέγμα, κατάλληλο για κρασί ή για νερό. 3 μουστερής = αγοραστής ή πελάτης και με επέκταση αυτός που ενδιαφέρεται για κτ. με σκοπό να το αποκτήσει. 4 πίρος = ξύλινο πώμα βαρελιού 5 Άφεριμ = μπράβο. 6 όξινος = ξινός. 7 συλλήβδην = όλοι ή όλα μαζί, χωρίς εξαίρεση. 8 χάρμα =για κτ. πολύ ωραίο που μας ευχαριστεί πολύ να το κοιτάζουμε, που το απολαμβάνουμε
9 κατακλίνομαι = ξαπλώνω στο κρεβάτι για να κοιμηθώ ή για να ξεκουραστώ.



KEIMENO 2: Γιούνγκ Τσάνγκ “Αγριόκυκνοι, τρείς κόρες της Κίνας”


Αφού συζητήσετε για το θέμα του κειμένου με ένα συμμαθητή σας (συμμαθήτρια σας) και εκφράσετε ο καθένας τις απόψεις του για τα στερεότυπα της συγκεκριμένης κοινωνίας και τη θέση της γυναίκας σ' αυτήν διατυπώστε τις ο καθένας (καθεμιά) σε ένα δικό του κείμενο σε μορφή άρθρου το οποίο θα έχει ως αφορμή το βιβλίο της Τσάνγκ και θα δημοσιευθεί σε διαδικτυακή εφημερίδα πολιτισμού. Στη συνέχεια διαβάστε ο ένας το άρθρο του άλλου και σχολιάστε το. Ποιες απόψεις σας βρίσκουν σύμφωνους (-ες), ποιες όχι και γιατί; Τι θα συμπληρώνατε ή τι θα αφαιρούσατε από το άρθρο; Η μορφή του κειμένου συνάδει με τη μορφή ενός άρθρου σε διαδικτυακή εφημερίδα;

  Σύμφωνα με το έθιμο, ο προπάππος μου παντρεύτηκε νέος, στα δεκατέσσερα, μια γυναίκα έξι χρόνια μεγαλύτερή του. Ένα από τα καθήκοντα μιας γυναίκας ήταν να βοηθήσει στην ανατροφή του άντρα της. Η ιστορία της γυναίκας του, της προγιαγιάς μου, ήταν ίδια με την ιστορία εκατομμυρίων γυναικών της Κίνας στην εποχή της. Η οικογένειά της, αφενός επειδή δεν ανήκε στο χώρο των διανοουμένων και συνεπώς δεν είχε θέση στο μανδαρινάτο, κι αφετέρου επειδή ήταν κορίτσι, δεν της έδωσε όνομα. Ήταν η δεύτερη κόρη και τη φώναζαν «Δεύτερο κορίτσι» (Ερ-για-τόου).
[] Οι δύο νέοι δεν συναντήθηκαν πριν το γάμο. Τότε θεωρείτο μεγάλη ντροπή, ίσως και οικογενειακός εξευτελισμός, να ερωτευτεί κανείς. Όχι επειδή ο έρωτας αποτελούσε ταμπού-άλλωστε υπήρχε αξιόλογη παράδοση ρομαντικής αγάπης στην Κίνα -αλλά διότι οι δύο νέοι δεν έπρεπε να βρεθούν κάπου όπου μπορούσε να τους συμβεί κάτι τέτοιο, εν μέρει επειδή ήταν ανήθικο να συναντηθούν κι εν μέρει επειδή ο γάμος ήταν πρώτα απ’ όλα ένα καθήκον, μια συμφωνία μεταξύ δύο οικογενειών.    Αν ήταν κανείς τυχερός μπορούσε να ερωτευτεί μετά το γάμο!… Αλλά το μεγαλύτερο προσόν της ήταν τα δεμένα πόδια της που στα κινέζικα ονομάζονταν «μικρούτσικα χρυσά κρίνα». Αυτό σήμαινε ότι περπατούσε σαν το «βλαστάρι της μικρής ιτιάς στο ανοιξιάτικο αεράκι», παραδοσιακή έκφραση που χρησιμοποιούσαν οι Κινέζοι «γνώστες» των γυναικών. Υποτίθεται ότι μια γυναίκα που περπατούσε με τα πόδια δεμένα προκαλούσε ερωτική επιθυμία στους άντρες, μια και φαινόταν να είναι ευάλωτη και να έχει ανάγκη προστασίας.
  Τα πόδια της γιαγιάς μου είχαν δεθεί όταν ήταν δύο χρονών. Η μητέρα της, που και κείνης τα πόδια ήταν δεμένα, της τα τύλιξε μ’ ένα άσπρο πανί, έξι μέτρα μάκρος, αφού πρώτα λύγισε τα τέσσερα μικρά δάκτυλα προς τα μέσα και κάτω από την πατούσα. Κατόπιν έβαλε μια μεγάλη πέτρα από πάνω για να σπάσει την καμάρα. Η γιαγιά μου στρίγκλιζε από τον τρομερό πόνο και την παρακαλούσε να σταματήσει. Η μητέρα της χρειάστηκε να της βάλει ένα πανί στο στόμα για να μη φωνάζει. Η γιαγιά μου λιποθυμούσε συνέχεια από τον πόνο.
  Η διαδικασία κράτησε αρκετά χρόνια. Ακόμα κι αφού είχαν σπάσει τα κόκαλα, τα πόδια έπρεπε να παραμένουν δεμένα νύχτα μέρα με χοντρό πανί, επειδή από τη στιγμή που θα έμεναν ελεύθερα θα επανέρχονταν. Χρόνια ολόκληρα η γιαγιά μου έζησε μ’ έναν αδιάκοπο, φρικτό πόνο. Όταν ικέτευε τη μητέρα της να λύσει τους επιδέσμους, εκείνη έκλαιγε και της έλεγε ότι τα άδετα πόδια θα τη κατέστρεφαν και ότι το έκανε για τη μελλοντική ευτυχία της.

 [] Εκείνη την εποχή όταν παντρευόταν μια γυναίκα, το πρώτο πράγμα που έκανε η οικογένεια του γαμπρού ήταν να εξετάσει τα πόδια της. Τα μεγάλα πόδια, τα φυσιολογικά πόδια δηλαδή, θα ρεζίλευαν το σπιτικό του. Η πεθερά σήκωνε τον ποδόγυρο της μακριάς φούστας της νύφης κι αν τα πόδια της ήταν πιο μακριά από δέκα εκατοστά, άφηνε τη φούστα να πέσει με μια χειρονομία που δήλωνε περιφρόνηση και αποχωρούσε με ύφος αγέρωχο, εγκαταλείποντας τη νύφη στο επικριτικό βλέμμα των καλεσμένων, που κοιτούσαν τα πόδια της με καταφρόνια μουρμουρίζοντας προσβλητικές εκφράσεις.

 Που και που, κάποια μάνα λυπόταν τη κόρη της κι έβγαζε το πανί που τύλιγε τα πόδια της. Αλλά όταν η κόρη μεγάλωνε και έπρεπε να υποστεί την περιφρόνηση της οικογένειας του άντρα της και την αποδοκιμασία της κοινωνίας, τότε κατηγορούσε τη μητέρα της για τον αδύναμο χαρακτήρα της.
 Το έθιμο να δένονται τα πόδια ξεκίνησε πριν από χίλια χρόνια, υποτίθεται από μια παλλακίδα του αυτοκράτορα. Οι άντρες όχι μόνο θεωρούσαν ερωτικό το θέαμα μιας γυναίκας με μικροσκοπικά ποδαράκια να κουτσαίνει, αλλά και ερεθίζονταν όταν έπαιζαν με τα δεμένα πόδια, που ήταν κρυμμένα μέσα σε κεντητά μεταξωτά παπούτσια. (…) Τα δεμένα πόδια είχαν σάπιο κρέας και βρωμούσαν όταν έβγαινε ο επίδεσμος αλλά οι άντρες σπάνια τα έβλεπαν γυμνά. Θυμάμαι τη γιαγιά μου, όταν ήμουν παιδί, να πονάει συνέχεια. Ο πόνος προερχόταν τόσο από τα σπασμένα κόκαλα όσο και από τα νύχια που μεγάλωναν μες το πέλμα της. (…)
    Πληροφορίες:
    Τα δεμένα πόδια ήταν ενα έθιμο που υφίστανται οι γυναίκες στην Κίνα για περίπου μια χιλιετία, ξεκινώντας απο το 10ο αιώνα και τελειώνοντας στο πρώτο μισό του 20ού. Κατά καιρούς έχουν υπάρξει διάφορες θεωρίες για να εξηγήσουν την προέλευση του εθίμου. Σύμφωνα με εναν παραδοσιακό θρύλο, ο πρίγκιπας της δυναστείας Sung (960-1279 μχ) Li Yu, απαίτησε απο μια παλλακίδα του να δέσει τα πόδια της για να εκτελέσει ενα χορό μπαλλέτου. Ο μύθος όμως που αναφέρεται σε μια αυτοκράτειρα της δυναστείας Shang είναι ίσως πιο πιθανός. Η συγκεκριμένη γεννήθηκε με το πόδι της παραμορφωμένο και προκειμένου να μην αισθάνεται “στιγματισμένη” απαίτησε τα νεαρά κορίτσια να έχουν δεμένα τα πόδια τους. Το έθιμο πάντως καθιερώθηκε ως μια πολυτέλεια των πλουσίων, κάνοντας τις γυναίκες να φαίνονται πιο “εξαρτημένες” και “λιγότερο χρήσιμες” στο σπίτι, ενω σύντομα αποτέλεσε προϋπόθεση για το γάμο τους. Οι οικογένειες που προέρχοταν απο τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, ήταν για πρακτικούς λόγους δύσκολο να εφαρμόσουν την παράδοση στις κόρες τους, ακριβώς επειδή χρειάζοταν εργατικά χέρια για τους αγρούς. Ωστόσο έχοντας την ελπίδα οτι έτσι μπορεί ενδεχομένως η κόρη να έχει εναν καλό γάμο με έναν γαμπρό ανώτερης τάξης, επιδίδονταν στο έθιμο. Βέβαια το αποτέλεσμα ήταν τα κορίτσια αυτά να εργάζονται στις έτσι κι αλλιως σκληρέςσυνθήκες της αγροτικής ζωής…χωρίς καλά καλά να μπορόυν να “σταθούν στα πόδια τους”.
    2.«Περί της σάρκας και του πνεύματος» της Κινεζοαμερικανίδας ποιήτριας Wang Ping (1957- ) / http://www.bookpress.gr
    Για 800 χρόνια τα δεμένα πόδια των γυναικών αποτελούσαν ό,τι πιο ωραίο και ερωτικό για τους Κινέζους άντρες. [...] ποθούσαν τους δύο ‘‘χρυσούς λωτούς’’ που δεν ξεπερνούσαν τις τρεις ίντσες. Θα πρέπει να ήταν τρελοί ή να είχαν πρόβλημα με την όσφρησή τους. Τα πόδια της γιαγιάς μου, τυλιγμένα με πανιά μέρα νύχτα, μύριζαν σαν ψόφιο ψάρι. [...] Οι Κινέζοι αγρότες αποκαλούν τις συζύγους τους: εκείνη που βρίσκεται στο σπίτι. Οι Κινέζοι διανοούμενοι αποκαλούν τις συζύγους και τις παλλακίδες τους: η κούκλα στο χρυσό σπίτι.
    ______________
    Πηγή επιλογής κειμένων:http://www.slideshare.net/katerina60/ss-9581501